Feeds:
Posts
Comments

Τι είχε να δηλώσει:

Negar la sucesión temporal, negar el yo, negar el universo astronómico, son desesperaciones aparentes y consuelos secretos. Nuestro destino no es espantoso por irreal: es espantoso porque es irreversible y de hierro. El tiempo es la sustancia de que estoy hecho. El tiempo es un río que me arrebata, pero yo soy el río; es un tigre que me destroza, pero yo soy el tigre; es un fuego que me consume, pero yo soy el fuego. El mundo desgraciadamente es real; yo, desgraciadamente, soy Borges.

Η Απάς [της απαντήσεως:]

Urk?

What’s the meaning of this voyage?

To talk in a dream
So many bends and these years we’ve been together passed

And all this time she was tremendously excited
About everything she saw
Everything we had talked about
Every detail of every moment that had passed

Ready
One, two

I remember walking, one side of town to the other
Alone one night in January… or February
It’s like in an old movie from some other land
It lasted for hours

Only streetlights
And the grating of gravel in pedestrian subways

I remember some trees which stood black and naked
Weatherbeaten hollows of snow
With sparse lumps of ice,
Been scraped off by the wind alone
And on the stairs before I left
One of the girls had surprisingly given me a
kiss
Stung in the cold long after

merry

you fail me with every fatal crush

you fail me with every abandoned love

you fail me with your inferno fuck me eyes
that burn as fuel for my city and its neon lights

burn bright white line fever take them all


lynch

Σε κάποια Αθήνα οι νέοι κάθε βράδυ κυλούν στους δρόμους με ημιφωτισμένα, γυαλιστερά κορμιά. Ελάχιστα ρούχα, ελάχιστο φύλο, μετά βίας μάτια. Σκοτεινοί και σα σκιές μέσα στα πιο βρώμικα δρομάκια παρέα με χρησιμοποιημένες σύριγγες και θρυμματισμένα χάπια – ποτέ δικά τους – θα ζήσουν για πάντα. Λαμπεροί και αυτόφωτοι στις μεγαλύτερες λεωφόρους σταματούν οχήματα με το αγέρωχο βήμα τους και σταματούν οχήματα με κάθε σπασμωδική κίνηση γιατί κάθε λεπτό τώρα συνηθίζουν τα σώματα τους. Απ’ τα γνωστά καταγώγια στην πολυτέλεια και πάλι πίσω, ο κόσμος ξέρει, οι ίδιοι ξέρουν γι’ αυτό συντελείται πάντα ο ίδιος χορός – χώροι λατρείας / μετρημένα βήματα / άδεια λόγια / γεμάτες κινήσεις απ’ τα ίδια μέλη, ευλύγιστα, προσαρμόσιμα, γύρω από λαιμούς, ανατριχίλα σε κάποια σπονδυλική στήλη, τυχαία επαφή ενός αγκώνα με ένα στήθος / στιγμιαίοι ερεθισμοί / χρονομετρημένοι – απόλυτα ακριβείς / άδεια βλέμματα / νεκρά / νεκρά / νεκρά μάτια. Γρήγορο σεξ πάντα στις ίδιες τουαλέτες. Φουριόζικο, μανιασμένο, ίχνη υγρών και ιδρώτα μιας τεντωμένης πλάτης σε μπεζ πλακάκια. Και ο χορός σε πίστες λαϊκές, πίστες εναλλακτικές, παντού, τι σημασία έχει, τι σημασία είχε ποτέ -

οι νέοι στην Αθήνα ξεχύνονται γυμνοί, άφυλοι, με ιδρώτα που μυρίζει μοίρα και τσιγάρο, διεκδικούν ό,τι είναι δικό τους και ό,τι δεν -

οι θεοί στην Αθήνα γεννιούνται λατρεύονται και δολοφονούνται κάθε νύχτα με την ψευδαίσθηση μιας αναγέννησης – ποιός ξέρει/ποιός νοιάζεται/

άλλο ένα.

πιο ψηλά και πιο δύσκολα. εσύ σα πολυτελής διαφήμιση σε κάποιο όνειρο μου κι εγώ από αναίρεση σε αναίρεση.

polaroid

[-Καλησπέρα. Τι κάνεις; Που χάθηκες; Μου ταχυδρόμησαν κάτι περίεργο εχτές. Δεν έβγαλα κανένα νόημα. Για διάβασε, ίσως πιάσεις κάτι:

Κοιτάζει ένα ανώνυμο χαμόγελο στην τσαλακωμένη φωτογραφία. Κοιτάζει την τσαλακωμένη Polaroid, μετά την αναπάντεχη της  συνάντηση με τον τοίχο. Κοιτάζει την τσαλακωμένη γροθιά του.

Αισθάνεται ότι όλα αυτά έχουν κάποια σχέση. Προσπαθεί να ισιώσει τη φωτογραφία. Ίσια, λευκά (μα όχι κατάλευκα) δόντια, λεπτά χείλη, πανέμορφο χαμόγελο. Αν είχε και τα μάτια… Χωρίς αυτά η χαρά που κρατάει στα χέρια του μοιάζει με σαρκασμό. Με την χειρότερη κοροϊδία. Πώς τη νικάς αυτή την κοροϊδία;

Δεν θυμάται αν είναι νυφάλιος ή όχι, ούτε αυτός, ούτε ο οργανισμός του. Ξέρει ότι κρυώνει και νοιώθει τις αναμενόμενες πια παγωμένες βελόνες στα μάγουλα, στο μέτωπο, στα ακροδάχτυλα. Φαντάζεται τον εαυτό του ως πιο ξύπνιο από ποτέ, μα ίσως κοιμάται. Ποιος ξέρει; Ποιος χέστηκε;

Η φωτογραφία έγινε φωτογραφίες. Δεν θυμάται ποιος τις τράβηξε, αν η μηχανή είναι – ήταν – δική του. Σκορπίζουν στο πάτωμα, όλες χαμόγελα, συγκρατημένα, γεμάτα ερωτικά υπονοούμενα, διφορούμενα, ανοιχτά, δεκτικά. Απωθητικά;

Δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Δεν ήξερε πραγματικά ποτέ. Πιάνει τη μηχανή με χέρια που του μοιάζουν άκομψα, χοντροκομμένα. Χώνει ένα δάχτυλο στα σωθικά της, την ανοίγει. Τα καλώδια μυρίζουν καμμένο πλαστικό. Εδώ κρύβεται το μυστικό που φυλακίζει τον πόνο και τη ζωή μου σ’ένα κομμάτι χαρτί; Εκπλήσσεται, δεν σκέφτεται έτσι συνήθως, δεν θέλει να σκέφτεται έτσι. Συνήθως. Το λιωμένο πλαστικό. Κοροϊδευτικά. Τον κοιτάει.

Πάει να πισωπατήσει αλλά γλυστράει στις φωτογραφίες, πέφτει στο παρκέ, σέρνονται πάνω του σαν έντομα, μαζί με τη μηχανή, μαζί με τις μνήμες, το φως και το κρύο δυναμώνουν. Κρύο. Καίει. Θέρμη; Ο αναπτήρας. Το μπουκάλι.

Ποτίζει τις μνήμες αλκοόλ. Σάλιο. Σπέρμα. Τοποθετεί τη μηχανή στην κορυφή. Αναπτήρας. Φωτιά.

Το μόνο φως έρχεται πια απ’τις στάχτες, τα μάτια του συνήθισαν στο γνώριμο σκοτάδι. Η ψύχρα είναι πιο ευχάριστη από ποτέ. Βγαίνει απ’το σπίτι με αδιάφορα, ξένοιαστα βήματα. Η πόλη που τον περιτριγυρίζει θα μπορούσε, αλήθεια, να είναι οποιαδήποτε. Οι σκιές όχι. Τις σκιές αυτές τις ξέρει καλά. Τις χαιρετάει σαν παλιούς φίλους.

Θυμάται τους πραγματικούς παλιούς φίλους. Υπήρξαν ποτέ;

Η πόλη για πρώτη φορά φαίνεται πιο φιλική.

Κάθεται στα σκαλιά και κλαίει, και περιμένει την ανατολή.

Και με τις πρώτες ηλιαχτίδες το μόνο χαμόγελο είναι το δικό του.

θέλω κι εγώ χρυσόψαρα να μου λένε σε σχόλια ποιά είναι όλη μου η ζωή.

δεν ζητάω πολλά.

[-Ε, καταντάει βαρετό κάποια στιγμή, δε νομίζεις; Βγαίνει ο καθένας τώρα στο ιστολόγιο του και στυλιτεύει έτσι, όποιον νά 'ναι και ό,τι νά 'ναι. Νομίζει ότι κάνει πλάκα. Νομίζει ότι ειρωνεύεται κομψά. Σίγουρα στο μυαλό του είναι κάπως έτσι, νομίζει ότι κρύβουν λεπίδες τα λόγια του, ότι επαναστατεί, ότι είναι κάποιος, ότι είναι καλύτερος, ότι καλά τους γαμάει, ότι προβάλλει την ευφυΐα του με τρόπο όχι απαραίτητα μετριοπαθή αλλά ούτε και αλαζονικό, ότι δεν νοιάζεται αλλά κάνει τους άλλους να νοιάζονται, ότι ανοίγει νέους δρόμους, ότι το κάνει καλύτερα απ' τους προηγούμενους, καλά τους γαμάει, ναι, μια χαρά το άκουσες, αυτό νομίζει, έτσι σκέφτονται αυτοί, συνήθως βγάζουν και το απωθημένο κάποιας αποτυχίας, μπορεί να γαμάει καλά στα λόγια αλλά δεν γάμησε καλά κάπου αλλού ο φιλαράκος μας, αυτό έγινε, αποτυχημένος ο φιλαράκος μας, δεν προσπάθησε αρκετά ή δεν έμαθε καλά βλέπεις, και τώρα νομίζει ότι θα γίνουν όλα εκεί, στη σελίδα του ή εκεί, στο μικρόκοσμο του, δεν φοβάται τίποτα εκεί, εκεί δεν μυρίζει τα σκατά του κόσμου τα οποία, εδώ που τα λέμε, δεν τα μύρισε ποτέ, και νομίζει τώρα ότι θα κάνει τους άλλους να τα νοιώσουν, αυτό ακριβώς - νομίζει ότι η μέθοδος του να γράφει απ' την ΟΓ αυτού που θέλει να κράξει πετυχαίνει κάτι, γίνεται πιο άμεσο έτσι, πιο... δεν ξέρω, γι' αυτό σου λέω, κλείσε το PC και σταμάτα να διαβάζεις μαλακίες και βγες έξω να ζήσεις τη ζωή σου ρε αδερφέ, ναι, θα πάμε με τον άλλο απόψε Hoxton, ψήνεσαι; Έχεις ξαναπάει; Εγώ όχι.]

[-Έχεις πάει στο HoxtonστονέοfunkyΓκάζι; Υπέροχο φίλε. Υ-πε-ρβα-τικ-ο. Ναι, σα το Booze, αλλά καλύτερο. Πιο εναλλακτικό. Δεν φαντάζεσαι τι κόσμο μαζεύει! Ναι, ναι, και μουνιά, αλλά εκεί είναι το θέμα; Έχει άτομα που σκέφτονται εκεί ρε, που δεν μασάνε ό,τι τους πλασάρουν. Κι ο DJ, φίλε, δεν βάζει απλά μουσική, είναι μύστης το παλικάρι. Ξέρει τα πάντα. Μου βρήκε και το ντέμο των Mary & The Boy, το ακυκλοφόρητο. Κι αυτοί εκεί συχνάζουν! Ρε, σου λεω, ό,τι ελληνική μπάντα βλέπαμε τελευταία και λέγαμε πόσο θεοί είναι, ε, εκεί θα τους βρείς. Έλα την επόμενη φορά ρε μαλάκα! Και μην χώσεις τη μύτη σου κατευθείαν στις γκόμενες, σου είπα, δεν είναι τέτοια φάσ - εγώ είμαι φλώρος ρε; Έλα πάντως εσύ, θα σου γνωρίσω όσα παιδιά ξέρω, είναι καλή φάση για γνωριμίες και τέτοια, ναι. Όχι, δεν χορεύω, σοβαρός είσαι; Να γίνω ρεζίλι; Λοιπόν, θα σκάσουμε σήμερα κατά τις 1, θα 'ρθεις; Έτσι, έτσι σε θέλω αγόρι μου. Σι για εκεί.]

[-[...]τελικά της έδωσα να διαβάσει λίγο Γιάλομ φίλε, κι ας είναι στούρνο – κάτι κατάλαβε τελικά, ναι, χεχεχε. Όχι ρε, σοβαρός είσαι; Μου ‘δωσε και κείνη κάτι πάντως – κάτσε να σου δείξω:

Τι σκατά…

Κατέβασε με μια γουλιά την εναπομείνουσα μπύρα και έξυσε το κεφάλι του. Το βλέμμα του έπεσε στην άκρη του τραπεζιού, και συγκεκριμένα στα σχήματα πάνω στο ξύλο που όλο και μίκραιναν καθώς πλησίαζαν τη γωνία. Και τις σκλήθρες που εξείχαν αυθάδικα. Ύστερα περιεργάστηκε το δωμάτιο και κατέληξε ότι τα πάντα είναι σχήματα πάνω σε κάποιο ξύλο. Και εμείς οι σκλήθρες. Σηκώθηκε κρατώντας ακόμα το άδειο μπουκάλι μπύρας. Ή εμείς είμαστε το ξύλο και η ζωή μας καρφώνει σκλήθρες. Ή η ζωή είναι ξύλο και εμείς κάνουμε σχήματα πάνω της. Ή κάτι τέτοιο.

Τι σκατά…

Κι όσο κι αν προσπαθούσε, τα σχήματα γύρω του έμοιαζαν να μπλέκουν όλο και περισσότερο, όσο τα κοίταζε. Ο λαιμός του έκαιγε και τα μάτια του έτσουζαν. Και μια μαυρίλα στην άκρη του μυαλού του, μια μαυρίλα σίγουρα με «μ» κεφαλαίο, τον γαργαλούσε και χαζογέλαγε γιατί ήξερε ότι αυτό ήταν το πιο οδυνηρό. Το κενό. Εκεί που τα σχήματα σταματάνε να είναι μπλεγμένα και γίνονται όλα ένα. Απαράλλαχτο. Αδρανές.

Λίγο ακόμα αλκοόλ. Ίσα-ίσα, να πάρουν τα σχήματα νόημα. Τόσο μόνο. Λίγο ακόμα…

Ακούμπησε το κεφάλι του στο παράθυρο και ένιωσε τον ήλιο να του καίει το σβέρκο. Ευχάριστο κάψιμο, όπως και να χει. Τώρα έβλεπε λίγο πιο καθαρά. Τώρα μπερδευόταν λιγότερο. Πονούσε λιγότερο.

Γύρισε και κοίταξε τον ήλιο. Μου χαμογελάει σα μαλάκας. Έψαξε να βρεί κάτι μέσα του. Θα ήταν πολύ λογοτεχνικό να δω ξαφνικά τη Λύτρωση να μου κλείνει το μάτι;

Δεν λυπήθηκε όμως. Ρεύτηκε, έγνεψε στον ήλιο, και προχώρησε προς την – επίσης ξύλινη – πόρτα.  Έπιασε το πόμολο. Το ένιωσε σίγουρο και γερό στο χέρι του. Τράβηξε, τώραθαξεκολλήσειτώραθαφύγειχαχαχαχ, το πόμολο έμεινε στη θέση του, η πόρτα άνοιξε, ο ήλιος τον καλωσόρισε στον Έξω Κόσμο με μια μούτζα και τον άφησε να ξεκινήσει την ημέρα του.

Το ‘γραψε λέει κάποιος Γκρέγκορ Φνορντ – που να ξέρω ποιός είναι βρε μαλάκα; Ούτε η μάνα του δεν τον ξέρει τον τύπο. Μια κριτική βρήκα μόνο, κι αυτή στα νορβηγικά. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω τι λέει. Κάτσε, μισό, έχω μήνυμα

…η μεταστροφή του πρωταγωνιστή από -υπό το πρίσμα του συγγραφέα βέβαια- ψευτο-κουλτουριάρη σε άτομο ικανό να ενδιαφερθεί για την προέλευση ενός κειμένου τόσο άγνωστου όσο και μέτριου κρίνεται απότομη, αγεφύρωτη με τα προηγούμενα γεγονότα και, τελικά, αποτυχημένη…

κάτι μαλακίες μου στείλαν, σόρρυ. Έτσι που λες. Ναι; Τι σου θυμίζει; Θες να ‘ρθεις από δω και να το φέρεις μαζί σου; Ναι, έχεις στυλό; Γράψ- ώπα, μισό, κι άλλο μήνυμα

…όλο το ύφος του έργου τώρα αλλάζει από μια σατυρική, υποτίθεται, μινιατούρα, σε μια κλασική ιστορία μυστηρίου/αναζήτησης…

τι σκατά λένε ρε φίλε, δεν καταλαβαίνω, αρχίζω να ζαλίζομαι κιόλα. Ναι, γράψε τη διεύθυνση. Έγραψες; Ωραία. Ρε συ, σου ‘χε δώσει ποτέ το σπίτι μου την εντύπωση του κλειστού;

…χωρίς όμως να δίνει καμιά σημασία στις συμβάσεις των ειδών στα οποία μεταπηδά από πρόταση σε πρόταση με τέτοια αναίδεια. Η έλλειψη ουσίας – γιατί, πράγματι, φαίνεται σαν να μην έχει κάτι να πει – αναδεικνύει και την έλλειψη ουσιαστικού ταλέντου, και καταδεικνύει τις απέλπιδες προσπάθειες του για εντυπωσιασμό σαν ακριβή δείγματα παρομοιώσεων με “τους τελευταίους ρόγχους ενός νεκρού”…

ρε μαλάκα, μ’ακούς; είναι πολύ κρύα εδώ μέσα, δεν νοιώθω τίποτα ξαφνικά

…τώρα αποπειράται να εισάγει το στοιχείο του τρόμου, το ανοίκειο, σαν, κατ’αυτό τον τρόπο, να μπορούσε να αποσώσει το κακόγουστο κτίσμα που υψώνει με θράσος στις τελευταίες παραγράφους…

ρε; δεν ξέρω αν μ’ακούς; έλα από δω γρήγορ

…και έτσι τελειώνει ένα κείμενο το οποίο, ενώ επαινέθηκε όσο λίγα -πράγμα που παραμένει ένας άλυτος γρίφος για μένα- αποτελεί μια απ’τις μεγαλύτερες απάτες του 21ου αιώνα.

« Newer Posts - Older Posts »