[-[...]τελικά της έδωσα να διαβάσει λίγο Γιάλομ φίλε, κι ας είναι στούρνο – κάτι κατάλαβε τελικά, ναι, χεχεχε. Όχι ρε, σοβαρός είσαι; Μου ‘δωσε και κείνη κάτι πάντως – κάτσε να σου δείξω:
Τι σκατά…
Κατέβασε με μια γουλιά την εναπομείνουσα μπύρα και έξυσε το κεφάλι του. Το βλέμμα του έπεσε στην άκρη του τραπεζιού, και συγκεκριμένα στα σχήματα πάνω στο ξύλο που όλο και μίκραιναν καθώς πλησίαζαν τη γωνία. Και τις σκλήθρες που εξείχαν αυθάδικα. Ύστερα περιεργάστηκε το δωμάτιο και κατέληξε ότι τα πάντα είναι σχήματα πάνω σε κάποιο ξύλο. Και εμείς οι σκλήθρες. Σηκώθηκε κρατώντας ακόμα το άδειο μπουκάλι μπύρας. Ή εμείς είμαστε το ξύλο και η ζωή μας καρφώνει σκλήθρες. Ή η ζωή είναι ξύλο και εμείς κάνουμε σχήματα πάνω της. Ή κάτι τέτοιο.
Τι σκατά…
Κι όσο κι αν προσπαθούσε, τα σχήματα γύρω του έμοιαζαν να μπλέκουν όλο και περισσότερο, όσο τα κοίταζε. Ο λαιμός του έκαιγε και τα μάτια του έτσουζαν. Και μια μαυρίλα στην άκρη του μυαλού του, μια μαυρίλα σίγουρα με «μ» κεφαλαίο, τον γαργαλούσε και χαζογέλαγε γιατί ήξερε ότι αυτό ήταν το πιο οδυνηρό. Το κενό. Εκεί που τα σχήματα σταματάνε να είναι μπλεγμένα και γίνονται όλα ένα. Απαράλλαχτο. Αδρανές.
Λίγο ακόμα αλκοόλ. Ίσα-ίσα, να πάρουν τα σχήματα νόημα. Τόσο μόνο. Λίγο ακόμα…
Ακούμπησε το κεφάλι του στο παράθυρο και ένιωσε τον ήλιο να του καίει το σβέρκο. Ευχάριστο κάψιμο, όπως και να χει. Τώρα έβλεπε λίγο πιο καθαρά. Τώρα μπερδευόταν λιγότερο. Πονούσε λιγότερο.
Γύρισε και κοίταξε τον ήλιο. Μου χαμογελάει σα μαλάκας. Έψαξε να βρεί κάτι μέσα του. Θα ήταν πολύ λογοτεχνικό να δω ξαφνικά τη Λύτρωση να μου κλείνει το μάτι;
Δεν λυπήθηκε όμως. Ρεύτηκε, έγνεψε στον ήλιο, και προχώρησε προς την – επίσης ξύλινη – πόρτα. Έπιασε το πόμολο. Το ένιωσε σίγουρο και γερό στο χέρι του. Τράβηξε, τώραθαξεκολλήσειτώραθαφύγειχαχαχαχ, το πόμολο έμεινε στη θέση του, η πόρτα άνοιξε, ο ήλιος τον καλωσόρισε στον Έξω Κόσμο με μια μούτζα και τον άφησε να ξεκινήσει την ημέρα του.
Το ‘γραψε λέει κάποιος Γκρέγκορ Φνορντ – που να ξέρω ποιός είναι βρε μαλάκα; Ούτε η μάνα του δεν τον ξέρει τον τύπο. Μια κριτική βρήκα μόνο, κι αυτή στα νορβηγικά. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω τι λέει. Κάτσε, μισό, έχω μήνυμα
…η μεταστροφή του πρωταγωνιστή από -υπό το πρίσμα του συγγραφέα βέβαια- ψευτο-κουλτουριάρη σε άτομο ικανό να ενδιαφερθεί για την προέλευση ενός κειμένου τόσο άγνωστου όσο και μέτριου κρίνεται απότομη, αγεφύρωτη με τα προηγούμενα γεγονότα και, τελικά, αποτυχημένη…
κάτι μαλακίες μου στείλαν, σόρρυ. Έτσι που λες. Ναι; Τι σου θυμίζει; Θες να ‘ρθεις από δω και να το φέρεις μαζί σου; Ναι, έχεις στυλό; Γράψ- ώπα, μισό, κι άλλο μήνυμα
…όλο το ύφος του έργου τώρα αλλάζει από μια σατυρική, υποτίθεται, μινιατούρα, σε μια κλασική ιστορία μυστηρίου/αναζήτησης…
τι σκατά λένε ρε φίλε, δεν καταλαβαίνω, αρχίζω να ζαλίζομαι κιόλα. Ναι, γράψε τη διεύθυνση. Έγραψες; Ωραία. Ρε συ, σου ‘χε δώσει ποτέ το σπίτι μου την εντύπωση του κλειστού;
…χωρίς όμως να δίνει καμιά σημασία στις συμβάσεις των ειδών στα οποία μεταπηδά από πρόταση σε πρόταση με τέτοια αναίδεια. Η έλλειψη ουσίας – γιατί, πράγματι, φαίνεται σαν να μην έχει κάτι να πει – αναδεικνύει και την έλλειψη ουσιαστικού ταλέντου, και καταδεικνύει τις απέλπιδες προσπάθειες του για εντυπωσιασμό σαν ακριβή δείγματα παρομοιώσεων με “τους τελευταίους ρόγχους ενός νεκρού”…
ρε μαλάκα, μ’ακούς; είναι πολύ κρύα εδώ μέσα, δεν νοιώθω τίποτα ξαφνικά
…τώρα αποπειράται να εισάγει το στοιχείο του τρόμου, το ανοίκειο, σαν, κατ’αυτό τον τρόπο, να μπορούσε να αποσώσει το κακόγουστο κτίσμα που υψώνει με θράσος στις τελευταίες παραγράφους…
ρε; δεν ξέρω αν μ’ακούς; έλα από δω γρήγορ
…και έτσι τελειώνει ένα κείμενο το οποίο, ενώ επαινέθηκε όσο λίγα -πράγμα που παραμένει ένας άλυτος γρίφος για μένα- αποτελεί μια απ’τις μεγαλύτερες απάτες του 21ου αιώνα.